Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Jethro Tull





Ο Βρετανός αγρονόμος/μηχανικός Jethro Tull (1674 - 1741), μπορεί να γνώριζε ότι με την εφεύρεση της μηχανής της σποράς, θα προσφέρει πάρα πολλά στους αγρότες και στη γεωργία, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί ότι το όνομά του, θα γίνει τίτλος μιας δημοφιλέστατης και ιστορικής μπάντας της rock μουσικής.

Οι Jethro Tull είναι ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της μουσικής. Η μουσική τους, ένα αμάλγαμα από hard rock, folk, blues και κλασσικά στοιχεία, τους αποκόμισε 11 χρυσά και 5 πλατινένια albums. Οδηγημένοι από τον frontman φλαουτίστα, κιθαρίστα, τραγουδιστή, τραγουδοποιό Ian Anderson, έφτασαν σε υψηλά επίπεδα δημοτικότητας και έγραψαν ένα σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της μουσικής.

Ο Ian Anderson (10 Αυγούστου, 1947, Edinburgh, Scotland) πήγε στο Blackpool και έφτιαξε τους Blades, με τους Michael Stephens στην κιθάρα, Jeffrey Hammond-Hammond (30 Ιουλίου, 1946) στο μπάσο και τον John Evans (28 Μαρτίου, 1948) στα τύμπανα. Το 1965, ονομάστηκαν John Evan Band (Ο Evans -με συμβουλή του Hammond- πέταξε το "s" από το όνομά του) και αργότερα John Evan Smash. Στα τέλη του 1967, ο Glenn Cornick (24 Απριλίου, 1947) αντικατέστησε τον Hammond στο μπάσο και το γκρουπ μετακόμισε στο Luton, για να είναι πιο κοντά στο Λονδίνο. Εκεί ο Anderson και ο Cornick συνάντησαν τον κιθαρίστα/τραγουδιστή Mick Abrahams (7 Απριλίου, 1943) και τον ντράμμερ Clive Bunker (12 Δεκεμβρίου 1946), που έπαιζαν στους McGregor's Engine.

Οι τέσσερίς τους, αποφάσισαν να φτιάξουν ένα νέο γκρουπ και άρχισαν να παίζουν δύο φορές τη βδομάδα με διάφορα ονόματα, όπως Navy Blue ή Bag of Blues. Ένα από τα ονόματα αυτά, ήταν και το Jethro Tull, που το δανείστηκαν από έναν αγρονόμο του 18ου αιώνα. Τον Ιανουάριο του 1968 ηχογράφησαν το single "Sunshine Day" που κυκλοφόρησε από την MGM Records, αλλά το Jethro Tull, από λάθος τυπώθηκε Jethro Toe. (Εξ αιτίας αυτού του λάθους, ο δίσκος είναι συλλεκτικός και σπάνιος. Κοστίζει σήμερα αρκετά χρήματα).

Πολύ σύντομα, αντιμετώπισαν το πρόβλημα της "ταυτότητας" του γκρουπ. Τι θα έπαιζαν; Προς ποια κατεύθυνση θα έστρεφαν το ρεπερτόριό τους; Πως θα οργάνωναν τη σκηνική τους παρουσία; Την άνοιξη του 1968, οι managers Terry Ellis και Chris Wright (οι οποίοι αργότερα ίδρυσαν την Chrysalis Records, από τα ονόματά τους, Chris-Ellis/Chrisellis/Chrisallis/Chrysalis), έδωσαν την ιδέα να πάρει ο Mick Abrahams την κεντρική θέση στη σκηνή και ο Anderson με το φλάουτο, να μείνει στην άκρη.
Αυτό λόγω Abrahams, θα τους έδινε μία blues κατεύθυνση και το φλάουτο σ' αυτό το είδος μουσικής, έμοιαζε ξένο. άλλωστε το κοινό, δεν έδειχνε και πολύ ενθουσιασμό στον συνδυασμό blues/φλάουτο.

άνοιξαν τη συναυλία των Pink Floyd στις 29 Ιουνίου του 1968 και ο Anderson έκλεψε την παράσταση πηδώντας από τη μια άκρη στην άλλη και παίζοντας φλάουτο στο ένα πόδι. Έπειτα ήταν και το ντύσιμό του. Ντυνόταν σαν Χίππυ του ...μεσαίωνα. Έτσι κέρδισαν τη φήμη του περίεργου γκρουπ που όλοι πήγαιναν να ακούσουν και να δουν κυρίως τον ...κουρελή φλαουτίστα που παίζει στο ένα πόδι. Στα τέλη του καλοκαιριού, υπέγραψαν ένα συμβόλαιο με την Island Records και ηχογράφησαν το "This Was".

Ο Anderson ήταν πλέον αυτός που κυριαρχούσε και έτσι, αμέσως μετά την κυκλοφορία του "This Was", ο Abrahams εγκατέλειψε το γκρουπ. Οι Tull πήραν στη θέση του τον Tony Iommi, αλλά σε μια βδομάδα, τους εγκατέλειψε για τους Black Sabbath. Τελικά, βρήκαν για τη θέση του κιθαρίστα τον Martin Barre (17 Νοεμβρίου, 1946).

Το επόμενο άλμπουμ, ήταν το "Stand Up" (Island)), στο οποίο όλες οι συνθέσεις ήταν του Ian Anderson, εκτός από το "Bouree" που ήταν σύνθεση του Johann Sebastian Bach. Στο "Stand Up", εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαν ενορχηστρωτής ο David Palmer, ο οποίος θα ενορχήστρωνε στο μέλλον, πολλά άλμπουμς των Tull. Ο Palmer, θα γίνονταν τελικά επίσημο μέλος του γκρουπ το 1977.

Με το single "Sweet Dream" πέρασαν από την Island στην Chrysalis και το άλμπουμ "Benefit" σημάδεψε την τελευταία τους ματιά στo blues. Σημάδεψε επίσης και την επιστροφή του John Evan που εισήλθε στους Tull, αφήνοντας τα τύμπανα για χάρη του πιάνου.


Τον Δεκέμβριο του '70, ο Cornick αντικαταστάθηκε στο μπάσο από τον παιδικό φίλο του Anderson, Jeffrey Hammond-Hammond και με το ξεκίνημα του '71, ξεκίνησαν να δουλεύουν το υλικό του δίσκου που για πολλούς θεωρείται το καλύτερό τους. Στο "Aqualung", ο Anderson εξελίσσει το τραγούδισμά του, βρίσκει επιτέλους το λυρικό στυλ που ψάχνει και κινείται σε πιο σοβαρά στιχουργικά επίπεδα. Ασχολείται με τη σχέση Θεού και Ανθρώπου και κατά την άποψή του η οργανωμένη θρησκεία χωρίζει αυτή τη σχέση

Μετά το "Aqualung", ο Bunker παραιτείται και τη θέση του παίρνει ο Barriemore Barlow (10 Σεπτεμβρίου, 1949). Στα τέλη του '71 ξεκινούν να δουλεύουν για το "Thick as a Brick". Αυτό το άλμπουμ είναι το μοναδικό τους που πούλησε περισσότερο στις Η.Π.Α. από ότι στην Αγγλία.

Το επόμενο άλμπουμ "A Passion Play", δίχασε τους κριτικούς, αλλά παρ' όλ' αυτά, πήγε στο # 1.
Το Νοέμβριο του '74, το γκρουπ επέστρεψε με τραγούδια μικρού ...μήκους στο "War Child", που συνοδεύτηκε από μία επιτυχημένη περιοδεία.

Τον Σεπτέμβριο του 1975, ήρθε το "Minstrel in the Gallery", με την 17λεπτη σουίτα "Baker Street Muse" που παραπέμπει στα επικολυρικά "Thick as a Brick" και "A Passion Play".

Η σύνθεσή τους παρέμενε έτσι, μέχρι την αποχώρηση του Hammond-Hammond (Ιανουάριος 1976) και την αντικατάστασή του από τον John Glascock (1953), με τον οποίο ηχογράφησαν το "Too Old to Rock 'n Roll, Too Young to Die" (Μάιος 1976).

Με την είσοδο του David Palmer επίσημα πλέον στην σύνθεση του γκρουπ (1977), ήρθε και το "Songs From the Wood". Το πρώτο άλμπουμ μιας τριλογίας όπου ο Anderson άφησε να φανεί το πάθος και η αγάπη του για τη folk. Τα επόμενα άλμπουμς της τριλογίας αυτής, ήταν τα "Heavy Horses" (1978) και "Stormwatch" (1979).

Ωστόσο το 1979, ήταν μία τραγική χρονιά για τους Tull. Πέντε εβδομάδες μετά το "Stormwatch", ο John Glascock πέθανε από καρδιακά προβλήματα και στη θέση του ήρθε ο Dave Pegg που έπαιζε μπάσο στους Fairport Convention.

Το 1980, η σύνθεση του γκρουπ άλλαξε εντελώς. Παρέμειναν οι Barre και Pegg, αλλά έφυγαν οι Barlow, Evan, και Palmer που αντικαταστάθηκαν από τους Eddie Jobson (βιολί), Gerry Conway (τύμπανα) και Peter-John Vettesse (πιάνο). Με αυτή τη σύνθεση έγινε το προσωπικό άλμπουμ του Anderson "A" (που κυκλοφόρησε όμως σαν Jethro Tull) και το "Broadsword and the Beast".

Ωστόσο, η δημοτικότητά τους έχει μειωθεί σημαντικά. Το 1984 πούλησαν ελάχιστα με το "Under Wraps", το 1986 η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου "Παίζει τη μουσική των Jethro Tull" και το 1987 έρχεται το "Crest of a Knave" που τους δίνει ένα Grammy και γίνονται πάλι ..Stars.
Το "Rock Island" (1989), πήγε επίσης καλά, όπως και το "Catfish Rising" (1991).
Το 1992 κάνουν το live/unplugged "A Little Light Music", και ....πατώνουν!!!!
Είχαν πολύ καλή συνέχεια με το "Roots To Branches" (1995) και με το "J-Tull Dot Com" (1999)

Πηγή : http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=735

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου